Πρέπει να απαντάμε στις ερωτήσεις των παιδιών;

  • Eva Konstantinidi
  • March 5, 2017

Αν και η αυθόρμητη απάντηση των περισσοτέρων θα ήταν «ναι», ωστόσο πολλές από τις ερωτήσεις που τα παιδιά θέτουν, μας προκαλούν αμηχανία για το πώς, ακόμη και για το αν θα πρέπει να τις απαντήσουμε.

Οι γονείς συχνά αναρωτιούνται αν και με ποιον τρόπο θα πρέπει να αποκριθούν σε ερωτήσεις των παιδιών που μοιάζουν «αταίριαστες» με την ηλικία τους, τις οποίες δεν είναι προετοιμασμένοι να ακούσουν, πόσο μάλλον να απαντήσουν.

Απορίες σχετικά με την ανατομική διαφορά των φύλων, την προέλευση των μωρών, τι σημαίνει έκτρωση, γύρω από το θάνατο και πλείστες άλλες ερωτήσεις που μας δυσκολεύουν και που καταλήγουμε να τις αποφεύγουμε με το να αλλάζουμε θέμα, να παραπέμπουμε στον άλλο γονιό για απάντηση, κάποιες φορές και να τα αποπαίρνουμε, δηλώνοντας ότι «θα μάθουν όταν μεγαλώσουν».

Συχνά η ανησυχία σχετικά με το αν η απάντηση που θα δώσουμε είναι η ενδεδειγμένη, μας αποτρέπει από το να προσπαθήσουμε να δώσουμε στο παιδί την πληροφόρηση που αποζητά. Ωστόσο θα πρέπει να θυμόμαστε ότι εφόσον δημιουργηθεί μια απορία στο μυαλό του παιδιού, δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί, όσο κι αν το επιθυμούμε. Το ερώτημα θα πρέπει να απαντηθεί «κάπως», ακόμη κι αν η πηγή της πληροφόρησης είναι ένα «μείγμα» που προκύπτει από την αντίδρασή μας, συμπληρώνεται με τη συμβολή της φαντασίας, καθώς και με κάποια μισόλογα που θα αποσπάσει από κάποιο πρόσωπο του περιβάλλοντος και τα οποία θα προσπαθήσει να ταιριάξει με έναν τρόπο που να βγάζει νόημα.

Το σίγουρο λοιπόν είναι ότι όσο κι αν μας δυσκολεύει η θέση του να δώσουμε μια εξήγηση για πράγματα που κάποιες φορές δεν κατανοούμε ούτε εμείς οι ίδιοι, η στάση της αποφυγής δεν θα καταστείλει τη φυσική περιέργεια του παιδιού, το οποίο θα αποζητήσει να καλύψει το κενό, με όποιο μέσο υπάρχει διαθέσιμο.

Άλλωστε, κάθε τέτοιο αίτημα του παιδιού, αποτελεί και μια απόπειρα επικοινωνίας. Είναι σημαντικό να αισθάνεται ότι είμαστε διαθέσιμοι και εμπιστεύσιμοι ως πηγή πληροφόρησης. Εξασφαλίζουμε έτσι ότι θα επιλέγει να στραφεί σε εμάς και στο μέλλον για να λύσει απορίες και κατ’ επέκταση να μοιραστεί συναισθήματα ή κάτι που το απασχολεί. Όταν κλείνουμε τις γέφυρες επικοινωνίας αποφεύγοντας μια προσωρινή δυσκολία, δημιουργούμε ένα κακό προηγούμενο στην επικοινωνία μαζί του, χάνοντας παράλληλα την ευκαιρία να ελέγξουμε με τι «υλικό» θα επιλέξει να ικανοποιήσει την περιέργεια του. Αναλογιζόμενοι αυτό το ενδεχόμενο, ίσως η δική μας «αδέξια» και μη επαρκώς μελετημένη απάντηση να μην είναι και τόσο κακή τελικά.

Φώνη Τζιτζιμίκα, Ψυχολόγος- Παιδοψυχολόγος, Μ.Α.

No Comments

Leave a Comment