Οριοθετώντας τη σχέση μας με το παιδί

  • Eva Konstantinidi
  • April 7, 2017

Γνωρίζουμε από την καθημερινή μας εμπειρία πόσο σημαντικά είναι τα όρια στη σχέση μας με το παιδί. Κι ίσως όχι μόνο εκεί, αλλά και ευρύτερα στη σχέση μας με τους γύρω, κοντινούς και μη, σε όλες μας τις  αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο, την ίδια στιγμή που αναγνωρίζουμε τη σπουδαιότητά τους, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη δυσκολία να τα θέσουμε αλλά και να τα διατηρήσουμε. Κι αυτό γιατί τα όρια και η πειθαρχία ευρύτερα, είναι έννοιες άχαρες, που μας βάζουν συχνά στη θέση του κακού, μας φέρνουν αντιμέτωπους με την αντίδραση και το παράπονο των παιδιών, και εγείρουν ενοχές και ανησυχίες σχετικά με το πόσο καλά ασκούμε το ρόλο μας ως γονείς.

Μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την τήρηση των κανόνων είναι η εξασφάλιση ότι τα παιδιά έχουν πάρει επαρκείς εξηγήσεις ως προς το νόημα της εκάστοτε απαγόρευσης. Οι κανόνες έχουν νόημα για την εξασφάλιση της οικογενειακής ηρεμίας, επομένως χρειάζεται να δώσουμε το μήνυμα στα παιδιά ότι η εφαρμογή τους δεν είναι αποτέλεσμα αυθαίρετης απόφασης και συνακόλουθης επιβολής από τη μεριά του γονιού. Τα παιδιά είναι αναγκαίο να κατανοήσουν γιατί πρέπει να κάνουν κάτι. Αυτό αφορά και στις πιο μικρές ηλικίες, όπου λόγω της περιορισμένης ακόμη λεκτικής επικοινωνίας τείνουμε να αμφιβάλλουμε για το κατά πόσο αντιλαμβάνονται αυτά που τους λέμε. Ωστόσο η εμπειρία αποδεικνύει ότι από πολύ νωρίς, κατανοούν πολύ περισσότερα απ’ όσα υποθέτουμε. Σε κάθε περίπτωση αντιλαμβάνονται πρωτίστως τη δική μας διάθεση και προσπάθεια να επικοινωνήσουμε μαζί, γεγονός που διευκολύνει την συνεργασία τους, ενώ παράλληλα ενισχύουμε την αυτοπεποίθησή και τη συναισθηματική τους ωρίμανση.

Οι κανόνες είναι απαραίτητο να εξηγούνται για να αποφύγουν οι γονείς να εμπλακούν σε ένα παιχνίδι εξουσίας με το παιδί. Στόχος μας είναι σταδιακά, μέσα από την κατανόηση, το παιδί να καταφέρει να εσωτερικεύσει τους κανόνες και να τους εφαρμόζει πλέον από επιλογή. Συχνά η εξήγηση των κανόνων χρειάζεται να συμπεριλαμβάνει το πώς και οι ίδιοι οι γονείς χρειάζεται να υπακούνε σε κανόνες ως μέλη μιας κοινωνίας, ή στη δουλειά τους, και έτσι η όλη διαδικασία της υπακοής του παιδιού δομείται πάνω σε μια ευρύτερη κατανόηση της λειτουργίας του κοινωνικού συνόλου.

Σημαντικό σημείο στη διαδικασία οριοθέτησης των παιδιών είναι η ικανότητα του γονιού να παραμένει σταθερός στις απαγορεύσεις αλλά και στις συνέπειες που θέτει προς το παιδί ως αποτέλεσμα της ανυπακοής του. Οι γονείς καλούνται να αντισταθούν στις αναμενόμενες αντιδράσεις δυσαρέσκειας που προκαλεί στο παιδί η συνέπεια που του θέτουν. Να μην καμφθούν από τις επίμονες φωνές- τη γκρίνια- τα κλάματα , από όλες τις ακραίες αντιδράσεις που τα παιδιά συνήθως επιστρατεύουν προκειμένου να κάνουν αυτό που επιθυμούν.  Η σταθερότητα του γονιού, η ικανότητα του να αντισταθεί στην συναισθηματική πίεση που του προκαλεί η αντίδραση του παιδιού, το προστατεύει από το να παρερμηνεύσει το νόημα των απαγορεύσεων. Γιατί, αν η τήρηση του κανόνα εξαρτάται τελικά από τη δική του έντονη αντίδραση – παράπονο-γκρίνια-κλάμα-φωνές η οποία τελικά ενίοτε κάνει τον γονιό να υποχωρεί στις απαιτήσεις του, τότε και εκείνο θα προσπαθήσει κάθε επόμενη φορά να ενεργοποιήσει τα «όπλα» του, ώστε να ρυθμίσει την κατάσταση με βάση την επιθυμία του.

Χρειάζεται επιμονή και αντοχή από την πλευρά του γονιού στο να γίνει κάποιες φορές «κακός» στα μάτια του παιδιού , αλλά για το καλό του. Για να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε τα πολυπόθητα όρια καλούμαστε όχι μόνο να πείσουμε το παιδί, αλλά κυρίως να έχουμε πεισθεί εμείς οι ίδιοι ότι πρόκειται για κάτι σημαντικό και αναγκαίο στη σχέση μας μαζί τους.

Οι κανόνες δεν είναι κάτι που τίθεται για να μπορεί να παζαρεύεται ανάμεσα στους γονείς, η τήρηση ή η ακύρωσή τους δεν μπορεί να είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στους γονείς ή τους παππούδες για το ποιος θα κερδίσει την εύνοια του παιδιού. Όλοι καλούνται να αναλάβουν το μερίδιο που τους αναλογεί στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών, να υποστηρίξουν ο ένας τον άλλον αλλά και να εναλλάξουν τον άχαρο ρόλο του «κακού», να παραμερίσουν την κούραση και την ανάγκη για άμεση λύση με στόχο το χτίσιμο μιας ουσιαστικότερης αντίληψης του παιδιού στο πώς να αντέχει την ματαίωση αλλά και να σέβεται τους κανόνες λειτουργίας της οικογένειας, της κοινωνίας αλλά και των σχέσεων που συνάπτει με τους ανθρώπους.

Πολλές φορές οι γονείς ενδίδουν από τύψεις για να καλύψουν την απουσία τους λόγω δουλειάς, και αισθάνονται ότι η τήρηση των κανόνων στη συναναστροφή τους με το παιδί, αποτελεί εμπόδιο στην καλή επαφή με το παιδί. Δεν είναι εύκολο να ξοδέψουμε τον λίγο χρόνο που διαθέτουμε, επιφορτισμένοι με ενοχές και αγωνίες ως προς την απουσία μας, σε συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Καλό είναι να θυμόμαστε λοιπόν ότι η ανάγκη μας να φανούμε στα μάτια του παιδιού ως καλοί και δοτικοί δεν εξασφαλίζεται με τη συναίνεση στην «παραπάνω λιχουδιά» ή στα «περισσότερα παιχνίδια» που διεκδικεί. Ίσως αν καταφέρουμε να επαναπροσδιορίσουμε το πώς αναπληρώνεται η απουσία μας στη σχέση με το παιδί- σίγουρα όχι με περισσότερα υλικά αγαθά- και αν αναλογιστούμε τι πραγματικά διεκδικεί το παιδί μέσα από αλλεπάλληλα αιτήματα για το «παραπάνω» γλυκό-τηλεόραση κοκ. να μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε την ανάγκη του με έναν τρόπο που να έχει περισσότερο νόημα και για τις δύο μεριές. Ίσως αν πεισθούμε για τη σπουδαιότητα της παρουσίας μας στη σχέση μας μαζί του, να αντέξουμε να αρνηθούμε τις υλικές παραχωρήσεις ή να μην επιτρέψουμε τις λάθος συμπεριφορές του, προσφέροντας αυτό που πραγματικά αποζητά, το πιο απλό αλλά και πιο ουσιαστικό- λίγο «παραπάνω» από μας.

 

Σημαντική υπενθύμιση – η τήρηση των κανόνων είναι αναγκαίο να αφήνει αρκετό χώρο στα παιδιά ώστε να εξασκήσουν τη βούλησή τους. Χρειάζεται ένα αρκετά ευρύ πεδίο ελευθερίας και επιλογών, το οποίο να ορίζεται από την δική τους κρίση. Δεν είναι εύκολο να απαιτήσουμε συμμόρφωση και αποδοχή των απαγορεύσεων όταν λείπει η αναγνώριση του δικαιώματός τους να εξερευνούν, να πειραματίζονται και να αποφασίζουν για πράγματα που τους αφορούν, γεγονός που αποτελεί τη βάση για την αποδοχή του κανόνα ως μια αναγκαία συνθήκη για τη λειτουργία των σχέσεων και όχι ως μια αυθαίρετη επιβολή που ορίζεται από τους μεγάλους- η οποία στερεί από το παιδί τη χαρά του να δοκιμάζει και να προσαρμόζει σταδιακά ένα μέρος του περιβάλλοντος στις προσωπικές του απαιτήσεις. Χρειάζεται ρεαλιστική εκτίμηση του τί περιμένουμε από τα παιδιά όταν αποζητούμε την πειθαρχία τους αλλά και την αναγνώριση του δικαιώματός τους να ορίζουν εκείνα ένα μέρος της πραγματικότητά τους. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο αποτελεί αντικείμενο διαρκούς διαπραγμάτευσης στα πλαίσια ενός εσωτερικού διαλόγου με τον εαυτό μας, ενός διαλόγου που συντελείται ανάμεσα στο γονεϊκό ζευγάρι, μιας συνομιλίας μαζί με το παιδί, και που συνιστά την ουσία της κάθε σχέσης ως μια συνθήκη διαρκώς μεταβαλλόμενη και επαναπροσδιοριζόμενη.

Φώνη Τζιτζιμίκα, Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος, Μ.Α.

 

 

No Comments

Leave a Comment