Η Δυσλεξία στους Eνήλικες

  • Eva Konstantinidi
  • May 29, 2017

Καθώς τα παλαιότερα χρόνια η δυσλεξία συχνά δεν αναγνωριζόταν έγκαιρα σε ένα παιδί, αρκετοί δυσλεξικοί συνειδητοποιούν πια ως ενήλικες ότι παρουσιάζουν δυσλεξική συμπτωματολογία.

Οι ενήλικες αυτοί συχνά περιγράφουν τη σχολική τους εμπειρία με προτάσεις όπως: «Δυσκολευόμουν πολύ στο σχολείο», «δεν καταλάβαινα αυτό που διάβαζα», «ξεχνούσα αμέσως αυτό που είχα μόλις μάθει/διαβάσει», «οι γονείς/δάσκαλοί μου με θεωρούσαν τεμπέλη/πίστευαν ότι έχω τον νου μου στο ποδόσφαιρο» κ.τ.ό..

Ένα μεγάλο ποσοστό από τους ενηλίκους αυτούς οδηγούνται στην αναγνώριση τέτοιων συμπτωμάτων στον εαυτό τους, αφού έχουν πλέον γίνει γονείς. Πολλές φορές δηλαδή παρατηρούν και αναγνωρίζουν στα παιδιά τους παρόμοιες δυσκολίες ή πληροφορούνται από έναν ειδικό ότι το παιδί τους εμφανίζει δυσκολίες μάθησης. «Κάτι παρόμοιο πρέπει να είχα κι εγώ», ακούμε να λεν συχνά. Άλλες φορές αναφέρουν: «Κι εγώ έτσι δυσκολευόμουν στην ανάγνωση/στην έκθεση/στα μαθηματικά. Σε εμένα έχει μοιάσει ο μικρός/η μικρή».

Οι ενήλικες που αντιμετώπιζαν δυσκολίες στη μάθηση/δυσλεξία περιγράφουν συχνά τα σχολικά τους χρόνια με πολύ μελανά χρώματα. Πολλοί αναφέρουν ότι οι δάσκαλοι ή και οι γονείς τους τούς μάλωναν συνέχεια, επειδή δεν «τα κατάφερναν στα μαθήματα». Πολλοί «έμπαιναν συνέχεια τιμωρία» ή, ακόμη, «έτρωγαν ξύλο» «επειδή δεν καταλάβαιναν τα μαθηματικά» ή «επειδή δεν έπαιρναν τα γράμματα». Όπως είναι ευνόητο, ένιωθαν ότι τους συνέβαινε κάτι πολύ άδικο, καθώς πράγματι δεν ήταν οι ίδιοι σε θέση να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, βιώματα αποτυχίας και ματαίωσης περιγράφονται συχνά από τους ανθρώπους αυτούς: «Θα έμπαινα στο Πολυτεχνείο, αλλά δεν ήμουν καλός μαθητής», «Αγγλικά;;; Ποτέ μου δεν την κατάλαβα αυτή τη γλώσσα!». Στα ακόμη παλαιότερα χρόνια, οι περιπτώσεις εγκατάλειψης της σχολικής φοίτησης ήταν πολλές. «Δεν έπαιρνε τα γράμματα, γι’ αυτό άρχισε από μικρός να δουλεύει στα χωράφια», ακούμε πολλές φορές να λέει ο παππούς ή η γιαγιά μας.

Η σύγκριση με τα αδέλφια και τους συμμαθητές τους ενίσχυε την ήδη χαμηλή αυτοεκτίμησή τους, η οποία πήγαζε από τη διαπίστωση ότι «δεν τα κατάφερναν». Είναι αυτονόητο ότι, κατά κανόνα, όσο μεγαλύτερη ήταν η δυσκολία που αντιμετώπιζαν, τόσο χαμηλότερο ήταν το αυτοσυναίσθημά τους. Ωστόσο, μαθητές οι οποίοι είχαν καλές επιδόσεις σε κάποιο άλλο τομέα (π.χ. στον αθλητισμό ή στα Καλλιτεχνικά) ή διέθεταν άλλου είδους χαρίσματα (π.χ. κοινωνικότητα, χιούμορ, ηγετικό χαρακτήρα) κατάφερναν πολλές φορές να αντισταθμίζουν – τουλάχιστον σε ένα βαθμό – τις δυσκολίες τους στη μάθηση («Δεν ασχολιόμουν πολύ με τους καθηγητές και τους βαθμούς. Εγώ να φτιάχνω πράγματα με τα χέρια μου ήθελα. Στη Γ΄ Γυμνασίου ξεκίνησα να φτιάχνω ένα μεγάλο κολλάζ…», «Σχολείο;;; Εμείς όλο κοπάνες κάναμε! Θυμάμαι κάποτε…»).

Χάρη στην ανάπτυξη και την εμπειρία, τα άτομα με δυσλεξία αναπτύσσουν σταδιακά αντισταθμιστικές στρατηγικές, που τους επιτρέπουν να έχουν καλύτερη επίδοση σε δραστηριότητες οι οποίες θα τους δυσκόλευαν πολύ περισσότερο στο παρελθόν.

Έτσι, ως ενήλικες, συχνά παραπονιούνται ότι:

• Κουράζονται όταν διαβάζουν ένα κείμενο

• Ξεχνούν εύκολα κάτι που έχουν μόλις ακούσει ή διαβάσει

• Δυσκολεύονται να μάθουν νέες λέξεις και να τις χρησιμοποιούν στον λόγο τους

• Δυσκολεύονται να κατανοήσουν το νόημα σύνθετων λέξεων

• Δυσκολεύονται να κατανοήσουν συντακτικά σύνθετες προτάσεις (σε προφορικό και γραπτό λόγο) («Συχνά δεν καταλαβαίνω αυτό που μού λεν οι άλλοι.»)

• Δυσκολεύονται στην εκτίμηση της επικοινωνιακής πρόθεσης του άλλου («Συχνά παρεξηγώ αυτό που μου λεν.»)

• Δυσκολεύονται στην αποστήθιση

• Δυσκολεύονται στον προσανατολισμό

• Δυσκολεύονται όταν πρέπει να κάνουν νοερά μαθηματικούς υπολογισμούς – πολλές φορές μάλιστα ξεχνούν τα προηγούμενα βήματα που έκαναν για να βρουν το αποτέλεσμα μιας πράξης.

 

Χάρη στην επίδραση της ανάπτυξης και της εμπειρίας, οι ενήλικοι με δυσκολία στη συγκέντρωση παρουσιάζουν επίσης βελτίωση, συγκρινόμενοι με τον εαυτό τους σε μικρή ηλικία. Ωστόσο συχνά αναφέρουν ότι:

• Κουράζονται όταν καλούνται να ασχοληθούν με δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική ένταση (ανάγνωση βιβλίου, παρακολούθηση ταινίας κ.λπ.)

• Δεν έχουν αίσθηση του χρόνου. Πράγματι, πολλές φορές δυσκολεύονται στη διαχείριση του χρόνου: Μπορεί να καθυστερούν σε ραντεβού, να ετοιμάζονται την τελευταία στιγμή ή υπερβολικά νωρίς, ή να νιώθουν ότι δε θα προλάβουν να ολοκληρώσουν κάτι, ενώ στην πραγματικότητα έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους.

• Δυσκολεύονται γενικά να οργανώσουν τις δραστηριότητές τους σε επιμέρους βήματα, που το ένα πρέπει να διαδέχεται το άλλο.

 

Στην επικοινωνία μας μαζί τους, μπορεί επιπλέον να παρατηρήσουμε ότι δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τα λεγόμενά μας ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα (μικρή διάρκεια προσοχής).

Μερικοί ενήλικες που ήταν υπερκινητικοί ως παιδιά μπορεί να αναφέρουν ότι κατά την παιδική τους ηλικία πάθαιναν συχνά ατυχήματα και τραυματίζονταν συχνά. Κάποιοι από αυτούς μπορεί ακόμη να βιώνουν ένα αίσθημα κινητικής ανησυχίας ή «νευρικότητας».

Οι ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες που έχουν βιώσει οι άνθρωποι αυτοί κατά την παιδική τους ηλικία συχνά τους ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή. Πολλοί από αυτούς εξακολουθούν να έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Παρουσιάζουν σε μεγάλο ποσοστό άγχος, ανασφάλεια για τις επιδόσεις τους, τάσεις απόσυρσης («κλείσιμο» στον εαυτό), θλίψη, αλλά και θυμό ή οργή όταν αισθάνονται ότι θίγονται από τη συμπεριφορά και τα λόγια των άλλων. Συχνά νιώθουν άτυχοι και αδικημένοι από τη ζωή («Γιατί να έχω το πρόβλημα αυτό? Αν δεν είχα τη δυσκολία, θα είχα…»), ενώ αισθάνονται ότι δεν είναι σε θέση οι ίδιοι να ελέγξουν και να βελτιώσουν τα όσα τους συμβαίνουν. Πολλοί εξακολουθούν να νιώθουν ότι μειονεκτούν συγκρινόμενοι με τα αδέλφια τους, που υπήρξαν καλύτεροι μαθητές (και που ενδεχομένως είχαν καλύτερη ακαδημαϊκή και επαγγελματική εξέλιξη).

Αρκετοί αποφεύγουν την έντονη κοινωνική ζωή. Επιλέγουν να έχουν λίγες συναναστροφές, είτε επειδή φοβούνται την επανάληψη της εμπειρίας της απόρριψης που βίωναν ως παιδιά είτε επειδή νιώθουν ότι μειονεκτούν και αποφεύγουν τη σύγκριση με τους γύρω τους («Είναι όλοι πετυχημένοι, εκτός από μένα»). Ακόμη, μπορεί να φοβούνται ότι θα εκτεθούν και ότι θα φανερωθεί η δυσκολία τους.

Τέλος, κάποιοι αναπτύσσουν στρατηγικές που, αν και έχουν ως στόχο το αντιστάθμισμα για τις δυσκολίες τους, στην πραγματικότητα δημιουργούν περισσότερα προβλήματα. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να ασχολείται υπερβολικά με την εξωτερική εμφάνιση και το ντύσιμό του. Όταν ωστόσο η ενασχόληση αυτή καταλαμβάνει υπερβολικά μεγάλο μέρος της καθημερινότητας και της σκέψης του και όταν οι επιδόσεις του στον τομέα αυτό επιδεικνύονται συνεχώς, πιθανόν να υποκρύπτεται ανασφάλεια και κάποιο έλλειμμα που το άτομο προσπαθεί να «κρύψει» όχι μόνο από τους άλλους, αλλά κυρίως από τον ίδιο του τον εαυτό.

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι οι ενήλικες με δυσκολίες μάθησης και/ή συγκέντρωσης ερμηνεύουν συχνά τις καταστάσεις και τα γεγονότα με λάθος τρόπο. Έτσι, μπορεί να κάνουν εσφαλμένες υποθέσεις σε σχέση με αυτά που σκέφτονται οι άλλοι για εκείνους («Θα σκεφτούν ότι είμαι αποτυχημένος!»), να διατυπώνουν απόλυτες κρίσεις («Δεν έχω καταφέρει τίποτα στη ζωή μου», «Τα κάνω όλα λάθος»), να απαξιώνουν τα όσα πετυχαίνουν («Τα καταφέρνω με τις κατασκευές. Και τι μ’ αυτό?»), να κάνουν δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον («Θα περάσω απαίσια στη συγκέντρωση των παλιών συμμαθητών. Όλοι θα με κοιτούν περιφρονητικά») κ.ά..

Είναι επομένως σαφές ότι:

➢ Οι ενήλικες με δυσκολίες στη μάθηση και τη συγκέντρωση της προσοχής παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχοσυναισθηματικών προβλημάτων, όπως είναι το άγχος, η κατάθλιψη, οι εκρήξεις θυμού κ.ά., και

➢ Είναι απαραίτητο ο ενήλικας να συνειδητοποιήσει πρώτα το πρόβλημα που τον ταλαιπωρεί, προκειμένου να είναι σε θέση να το αντιμετωπίσει με τον κατάλληλο τρόπο.

Για τους λόγους αυτούς είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι ενήλικες με ανάλογες δυσκολίες να αναζητούν τη στήριξη ψυχολόγου για τη βελτίωση της ψυχικής τους διάθεσης και της στάσης τους απέναντι στη ζωή γενικότερα. Η παράλληλη συνεργασία τους με ειδικό παιδαγωγό μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των μαθησιακών τους δεξιοτήτων.

Βαλίνα Ζάχου, Ειδική Παιδαγωγός MSc

No Comments

Leave a Comment